Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Τα μολυσμένα μου φεγγάρια...

Τα μολυσμένα μου φεγγάρια που σε οθόνες αναρτώνται, μαζί δεν τα 'δαμε. Άργησες. Και να οδηγείς δε γνώριζες ώστε να πέσει μια στιγμή άστρο ευχής ή αστραπή σ' ένα παρμπρίζ, όρθια χορεύοντας να με κρατήσεις εσύ χτυπώντας παλαμάκια. Μα οι δρόμοι μας, δες, μπλέχθηκαν με την κληρονομιά της ώχρας μνήμης, κουβάρι κόμποι στο λαιμό, σα σε θυμάμαι έτσι αργά μα και θολά, εξώπορτα ν' ανοίγεις σ' έναν αέρα που άλλοτε σφυρίζει κι άλλοτε πώς γελά τ' αυτιά μου με τ' αλαφρά του βήματα θλιμμένα κάτω απ' τα δικά σου. Και να 'μαι τώρα εδώ, με μια μου νύχτα απέναντι στα άγνωστα τα μάτια το γνώριμό σου βλέμμα να θυμάμαι, γαλάζιο να ίπταται της γης με το ρυθμό του μπουζουκιού κι έναν Ζαμπέτα δίπλα να σου χαμογελάει. Ύστερα παύση, τριών λεπτών σιωπή. Γιατί στο ραντεβού σου άργησες να πας κι όλο σ' αλάφραιναν τα λόγια για το πατριωτάκι που 'μελλε να πουλά τυπώματα ψυχής, γνώσης τριών θανάτων για έναν βίο. Κι όλα τ' απώθησα στο πίσω μέρος του μυαλού και δε θυμάμαι απόψε άλλο τίποτα, έτσι να λέω θέλω, εικόνες σκόρπιες και λόγια παραγγελιές κοφτές. Άργησες. Πολύ. Λάβες απάτητες, πατέρα. Που πέτρωσαν τα παιδικά παιχνίδια και τα τραγούδια μέσα στην καρδιά. Κι έχω δυο μάτια άγνωστα που πρίγκιπες των κρίνων να δουν πώς περιμένουν... Μα 'γω τιτλοφορούμαι πόνος δοκιμασμένος χαράσσοντας λευκό γυαλί ψυχής με τη λεπίδα κρυμμένη στη σπασμένη μου φτερούγα. Αργά και σταθερά. Κι ότι φωνή μου κάθιδρη ξυπνά απ' όνειρο νυχτερινό, αργά και σταθερά απόψε θα χαράσσω... Κι ας μην παλεύεται, πατέρα...