Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Απ' τα πολλά χαστούκια

Απ' τα πολλά χαστούκια που της είχαν δώσει τό 'μαθε κι αυτή και κάθε φορά που σηκωνόταν ένα χέρι χαστουκιζόταν μόνη της. Γιατί στο σκοτεινό της κόσμο που καλλιεργούσε φως όντας πλάσμα της νύχτας δεν εγνώριζε αποχρώσεις. Έτσι μιλώντας σ' εκείνον που άλλο δεν ήθελε από φίλος της κι ένα βραδάκι ίσως με δυό πιάνα αυτοσχεδιασμών, έρχονταν τα φάντάσματα στατιστικής, τόσα που αποδείχτηκαν τσογλάνια και δεν έβλεπε, εκείνο που παιζότανε μπροστά της δεν το έβλεπε... Και για παράδειγμα αγνοούσε πως είναι πάντα μιά ευγένεια στο εμείς κάθε εγώ που ορθώνεται στο ποίημα. Κι άλλα πολλά κι ωστόσο ένιωθε αυτό το υφαντό αράχνης που την τράβαγε να συνεχίσει πίσω από το πληκτρολόγιο μια μουσική που πιο πολύ σαν και το πρόσωπό της στον καθρέφτη της έφερνε ευφροσύνη και αποστροφή. Και φορά τη φορά όλο και θα μικραίνει ο φόβος της. Γιατί τα πράγματα τα ζωντανά είναι μια στάλα άγγιγμα κι ένα μέγιστο ευκινησίας. Και δεν υπάρχουνε αφεντικά όσο ανεβαίνουν οι ψυχές στα πλήκτρα. Παίξε λοιπόν έστω κι αναίσθητη και για καιρό στην τρυφερότητα. Όλα είναι εδώ αυταπόδεικτα. Άσε να λάμψει στη στιγμή το αιώνιο. Εκεί και κάπου ανάμεσα είναι ένα πράγμα τρυφερό που θα το κλάψεις κάποτε από αγάπη.

Δημοσιεύθηκε: Thu Mar 02, 2006 3:13 pm Έγραψε ο Γ. Μίχος