Τα μολυσμένα μου φεγγάρια που σε οθόνες αναρτώνται, μαζί δεν τα 'δαμε. Άργησες. Και να οδηγείς δε γνώριζες ώστε να πέσει μια στιγμή άστρο ευχής ή αστραπή σ' ένα παρμπρίζ, όρθια χορεύοντας να με κρατήσεις εσύ χτυπώντας παλαμάκια. Μα οι δρόμοι μας, δες, μπλέχθηκαν με την κληρονομιά της ώχρας μνήμης, κουβάρι κόμποι στο λαιμό, σα σε θυμάμαι έτσι αργά μα και θολά, εξώπορτα ν' ανοίγεις σ' έναν αέρα που άλλοτε σφυρίζει κι άλλοτε πώς γελά τ' αυτιά μου με τ' αλαφρά του βήματα θλιμμένα κάτω απ' τα δικά σου. Και να 'μαι τώρα εδώ, με μια μου νύχτα απέναντι στα άγνωστα τα μάτια το γνώριμό σου βλέμμα να θυμάμαι, γαλάζιο να ίπταται της γης με το ρυθμό του μπουζουκιού κι έναν Ζαμπέτα δίπλα να σου χαμογελάει. Ύστερα παύση, τριών λεπτών σιωπή. Γιατί στο ραντεβού σου άργησες να πας κι όλο σ' αλάφραιναν τα λόγια για το πατριωτάκι που 'μελλε να πουλά τυπώματα ψυχής, γνώσης τριών θανάτων για έναν βίο. Κι όλα τ' απώθησα στο πίσω μέρος του μυαλού και δε θυμάμαι απόψε άλλο τίποτα, έτσι να λέω θέλω, εικόνες σκόρπιες και λόγια παραγγελιές κοφτές. Άργησες. Πολύ. Λάβες απάτητες, πατέρα. Που πέτρωσαν τα παιδικά παιχνίδια και τα τραγούδια μέσα στην καρδιά. Κι έχω δυο μάτια άγνωστα που πρίγκιπες των κρίνων να δουν πώς περιμένουν... Μα 'γω τιτλοφορούμαι πόνος δοκιμασμένος χαράσσοντας λευκό γυαλί ψυχής με τη λεπίδα κρυμμένη στη σπασμένη μου φτερούγα. Αργά και σταθερά. Κι ότι φωνή μου κάθιδρη ξυπνά απ' όνειρο νυχτερινό, αργά και σταθερά απόψε θα χαράσσω... Κι ας μην παλεύεται, πατέρα...
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007
Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007
Σκίζοντας μιαν οθόνη περισπάσεων
Σκίζοντας μιαν οθόνη περισπάσεων κι ένα φεγγάρι μολυσμένο μ' εφτασε ο χορός όπως σα βαθιά νύχτα που πλαντάζεις κι οδηγάς βλέπεις απέναντι καταμεσίς του δρόμου εκείνη να χορεύει κι αυτός να την κρατάει όρθια με παλαμάκια... και κάπου ξέρεις κιόλας πως θα διασταυρωθούν οι δρόμοι σας... προσπαθώ κατόπιν με γλώσσα αρματωμένη να περιγράψω τι είναι ο αναλφάβητος και ποιός δεν είναι αναλφάβητος όταν απέναντι το πράγμα έχει κορώσει σαν γαλάζιο από οξυά που καίγεται και γιορτάζει ένας αέρας λέξεων που συνέχει ενάς ρυθμός συνοδός ως το ακρογιάλι του ύπνου... Γιατί και το φαρμάκι με άλμα είθισται να το περνάς όπως ο κέλητας ο από χαλκό ανάλαφρος στο αρχαιολογικό μουσείο... η απέναντι γυναίκα όποια γυναίκα απέναντι είναι ένα είδος χορηγός... γαίες αναδυόμενες οι λέξεις απ' το μέρος της κάτι μουσικής νησιά όπου καπνίζουν λάβες απάτητες... ω τι καλό να μπορείς πάλι να γίνεσαι πρωτοετής στα γιασεμιά... ω τι καλό η πείρα να σου γίνεται πάλι πρωινό μυστήριο... να μείνω άναυδος για μια στιγμή να δω τα λόγια πλαταγίζοντας σαν μια σημαία εθνικής γιορτής στα χρωματά της να διαβάσω τις μικρές αλήθειες σου... κάτι παιχνίδια των δεκατριών που δεν απόσωσες εξορισμένη με τη βία της ορμόνης εκεί όπου πρίγκιπες των κρίνων σε καλούσαν γι εγωισμούς και πόνους αδοκίμαστους... κάτι έκτυπα πατέρα με ακόμα μέσα τους κάτι από διακινδύνευση μη πετρωμένη μπρος στην παρουσία σου... κάθε κορμί είναι μύνημα ενός ανεύρετου παράδεισου κορίτσι... κάθε φωνή μια μακρινή δικιά μας μάννα... κι ότι είναι να σε πάει αλλού αργά και σταθερά σε πάει και δεν παλεύεται...
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007
Με το "ξανάρθα"...
Με το "ξανάρθα" μου λύθηκε η μαγιάτικη κορδέλα από το καρπό αναγιγνώσκοντας ξανά τη μαθητεία σε όρους παρελθόντος. Και στ' αυτιά μου αντήχησε φωνή μιας ψυχούλας σταλμένης από ένα ολοδικό μου σέλας. "Κάποιο θα γίνει θαύμα, σώπασε μικρό μου..." Και σώπασα. Και η σιωπή μου γινόταν ένας τεράστιος φωτεινός δίσκος κάτω απ' τον ήλιο. Έβαζα το δάκτυλό μου στο κέντρο και αυτός γυρνούσε, όλο γυρνούσε γρατσουνώντας το δέρμα μου. Και στα χείλη μου ένα τραγούδι σχηματιζόταν που να το προφέρω δεν έπρεπε... το θαύμα μη χαλάσω. Το ζωγράφιζα, όμως, με μελάνη αόρατη, περνώντας σαράντα στροφές το γδαρμένο δάκτυλο με λεμόνι. Πονούσα, δε λέω… σαράντα φορές πονούσα. Μα σα βρισκόμουν άλλα απομεσήμερα μονάχη, με το δάκτυλο στο δίσκο κάτω από τον ήλιο, εμφανιζόταν η ζωγραφισμένη μου λαλιά. Ο κόσμος όλος λες πως ήταν ένα τεράστιο θαυμαστό κουτί χωρίς το φόβο τη μαγεία μιας χημείας πως θα χαλάσω. Ο κόσμος όλος φορούσε καστανόχωμα μα τραγουδούσε
Δεν έχει μάζα το φιλί κι όμως βαραίνει μας πολύ
Και το παιδί που καρτερεί απέναντί μου να σταθεί
Έχει το βλέμμα του σταχυού στην ώχρα του μεσημεριού
Και το κελάηδισμα πουλιού λησμονημένου μου Μαγιού...
Βάρος μον' έχει η χαραυγή σαν έρθει εκείνος να με βρει
Κι όχι μια μάζα το φιλί κι, αχ, ας τρανεύει μας πολύ
Και το παιδί που καρτερεί απέναντί μου να σταθεί
Έχει το βλέμμα του σταχυού στην ώχρα του μεσημεριού
Και το κελάηδισμα πουλιού λησμονημένου μου Μαγιού...
Βάρος μον' έχει η χαραυγή σαν έρθει εκείνος να με βρει
Κι όχι μια μάζα το φιλί κι, αχ, ας τρανεύει μας πολύ
Ύστερα ύψωνα το βλέμμα στον ουρανό προσπαθώντας να χωρέσει όλο και περισσότερη γαλάζια ομορφιά μέχρι που το σούρουπο μ' έβρισκε με μάτια καμένα. Στη γη μου. Που καμιά μαγεία δεν επιδεχόταν. Κάποιες φορές έκανα να φωνάξω βοήθεια μα άχνα δεν έβγαινε. Το θαύμα μη χαλάσω. Άχνα... Τ' ακούς;
Με το λίγο που χαμηλώνει
Με το λίγο που χαμηλώνει το καθ' ημέραν τέρας νάτην η πανάρχαιη που μας συνέχει ευγένεια... μια γυναίκα χορεύει τα λόγια της κι ανοίγουν οι ουρανοί όπως του προφήτη Ηλία τα μεσάνυχτα κι αποκοιμιέσαι με τη βεβαιότητα πως του χρόνου θα μείνεις πιο αργά και θα το δεις το θαύμα... όμως θα πρέπει να σε είδα... από κάτι σημάδια μικρά... λευκά καλτσάκια λερωμένα στην πατούσα από πηλό... ένα λευκό γιακαδάκι σιδερωμένο στην άκρη μιας καρέκλας... και μια ποδιά γαλάζιο από θάλασσα... να ξέρεις την όσμωση και την καύση και την αντίδραση τη παρουσία καταλύτη... το ατομικό βάρος του οξυγόνου και του θειικού οξέως... το ατομικό βάρος του φιλιού ποιό... και το ατομικό βάρος του παιδιού που κοιτάς απέναντι ποιό... θα ξαναγυρίζω στην ώχρα σου όπως στον άσπρο τοίχο που ένας πολύ πλήρης για να είναι εραστής αλλά εφεκτικός στην ομορφιά των λόγων θα γράψει νύκτωρ πως είσαι καλή... πως έχεις κάτι από όσες εδέησε να γνωρίσω των γυναικών ανάσες... που τακτοποιούν τον κόσμο των παιδιών ώστε όλα σε κάποιο επίπεδο να γίνονται εφικτά... Γιατί ο άντρας στη γυναίκα απέναντι βρίσκεται πάντοτε σε αναμονή μαιευτηρίου δαγκάνωντας το νύχι και την ανημπόρια του να βγάλει από τα σπλάχνα του ζωή... μόνο γεννώντας λόγια και πηγαίνοντας...
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007
Λες και βαδίζω...
Λες και βαδίζω μ' ένα κρυμένο παραμύθι σε τσέπη τρύπια. Με την ψευδαίσθηση της πληρότητας κι ένα χαμόγελο που ανατριχιάζει την ψυχή που πατά στη γη. "Σάρκα έχει και πονάει", μου 'λεγες... Λες κι επιστρέφω από οκτάωρο κλεισούρας εργοστασίου μ' ένα τραγούδι πρωινό ακόμη στα χείλη χαραγμένο, να μη λέει από την κούραση να πετάξει. Και να μη θυμάμαι αν πέταξε ποτέ ούτε κι αν έβρεξε. Ίσως γιατί δεν είδα. Ούτε και άκουσα… Μόνο τις λάσπες ένοιωσα στα πόδια μου, μείγμα δακρίου κι ανάσας ζεστής προσώπου αγαπημένου, μόνο τις λάσπες ένοιωθα κι αργούσα να σηκώσω τα πόδια μου απ' το χώμα που πονούσα. Σε γάλα γαλανό εξατμιζόμουν ώρες ατέλειωτες έτσι σχεδόν βαδίζοντας, έχοντας το πρόσωπο της μάνας μια ομίχλη με το μάγουλο σκυμμένο πάνω στις λέξεις που εξείχαν από τις στεγνωμένες γάμπες μου. Ύστερα πόνος, λες κι ήμουν εγώ η γη, εγώ και το χώμα, καθώς τα χέρια της το πρώτο μου δέρμα ξεκολλούσαν, ύστερα πόνος μα το αύριο θα αργήσει να ξημερώσει και ποιος θα τον θυμάται... Για να 'μαι τώρα ένα δοξάρι κόκαλο μέσα σε χέρια γυμνά που γυρεύουν χορδές στις ομορφιές μιας μνήμης. Με τα λόγια χορούς στο κελάηδισμα του αηδονιού σ' ένα χρόνο ακίνητο εδώ και χρόνια. Στο όνομα ποιου Πατρός θυσιάσαμε τις νότες μας και κολλάμε απόψε νοσταλγία... Μπορώ να δω μέχρι και το λευκό πουκάμισο κατάσαρκα της νύχτας σου που έξω έρχεται. Ίσως γιατί εδώ που βρίσκομαι είναι η νύχτα πάντα μεγάλη. Με την αυγή να μπαίνει ακροπατώντας και στα κλεφτά να φεύγει αφού ένα παραμύθι σταλάζει αργά... τόσο αργά το χρόνο από την τσέπη
Αν μου επιτρέπεται
Αν μου επιτρέπεται να κλαίω όπως παλιά που ερχότανε η μάννα μου και με ρωτούσε και δεν ήξερα να πω πως είναι από την ομορφιά του κόσμου... ένα κάτι που δεν έχει όνομα λες και ως τους μακρότατους αστερισμούς υπάρχει μια διάταξη που σε περιλαμβάνει ως και στον ύπνο των παιδιών σου στο διπλανό δωμάτιο... ίσως και να ναι όπως το λες το χέρι ενός αρμάου απόκοσμου που καρφώνει σε ξύλο κάτι προκάκια μουσικές μια νοσταλγία στα σπλάχνα μας... η ίσως ένα φανελλάκι ιδρώτας που στέγνωσε πάνω μας με το δειλινό κι ανεβάζει μια νύστα καμμένο βλέφαρο... και γαληνεύουν μέσα σου τα πράγματα κι αυτό που ζήτησες είναι βήματα λόγων ενός χορού που πάει και σε πάει ως βαθιά στον ύπνο σου... είναι όπως λένε να πηγαίνεις τη χαρά ως το σημείο που έχει δάνειο από το θάνατο... και να πατάς τη γη σιγανά σιγανά και ταπεινά γιατί είναι σάρκα και πονάει... στην πίσω μεριά της μνήμης γίνεται χορός... ποιός είναι απόψε ο τυχερός... κι έρχονται λάμψεις σαν διαμάντια δάκρυα από κάτι ξαδέρφια μακρινά σε μέρα αρραβώνων... λευκά πουκάμισα και κάτι λάμψεις του χρυσού στα δάχτυλα... και φευγεις για τον ύπνο και η τελευταία σου εικόνα είναι πόδια που χορεύουνε και γράφουν λέξεις δυσανάγνωστες... αύριο πάλι θα συναντηθούμε...
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007
Θεέ μου...
Θεέ μου, για μια κουρτίνα έγειρε ο αγέρας στο παράθυρό μου… κι εγώ για μια λατέρνα. Όμορφο μεσημέρι γυρόφερνε με δυο μικρά παιδιά. Το 'να βαστούσε ντέφι και τ' άλλο κινούσε μανιβέλα. Αρμάο, σταμπαδόρε δώς μου καρφιά... κι άλλα καρφιά! Στην ώχρα τη χλωρή να τα φυτέψω. Επάνω στο τραγούδι που φτερουγίζει αγγέλους μες στο στήθος μου, χαμένες παρουσίες, 'δω πάνω στο τραγούδι που ασφύρικτο πεθαίνει δίπλα στο σώμα της παιδικής αυγής. Ώχρα, στο λέω, το πρώτο χρώμα. Δες, τρέχει κάτω από λιόκλαδα, όμορφα μεσημέρια και φτιάχνει τάφους αδειανούς ξαπλώνοντας στα στάχυα. Παυσίλυπα δε θέλω, άλλα να μην τυπώσεις, ροζιάζουν μες τα νύχια μου που κουβαλούν κρυφά το χώμα πρώτων μου ερώτων. Είναι και που φοβάμαι μαζί μου να τα πάρω, μην στους αιθέρες τα ξεχάσω. Μη γίνουν άνεμος κι αυτά κι η μουσική σπορπίσει… και γράμματα αδέξια πληγώσουνε της νύχτας μου τη στέγη. Χρόνος ακίνητος. Σσστ… κεντράρισμα στο πεύκο… Όμορφο δειλινό αν και στο περισκόπιο φλογίζει μεσημέρι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)